English
© 2010 Νομική Βιβλιοθήκη

ΕΤΑΙΡΙΚΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ


eydpelop

twitter kathimerini











ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

Δημοσιεύσεις

ΔικΕΕ Υπόθ. C-471/2008, απόφ της 1.7.2010 [Μετάθεση εγκύου σε θέση με χαμηλότερη αμοιβή]

Sanna Maria Parviainen κατά Finnair Oyj

Διατάξεις: άρθρα 5, 11 Οδηγίας 92/85 ΕΟΚ

Κοινωνική πολιτική. Οδηγία 92/85 /ΕΟΚ. Προστασία της υγείας και της ασφάλειας κατά την εργασία των εγκύων, λεχώνων και γαλουχουσών εργαζομένων. Άρθρα 5 παρ. 2 και 11, σημείο 1. Εργαζόμενη η οποία μετατίθεται σε άλλη θέση εργασίας κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης της. Υποχρεωτική μετάθεση λόγω κινδύνου για την υγεία ή την ασφάλεια της εργαζομένης και του τέκνου της. Χαμηλότερη αμοιβή από τον μέσο όρο της αμοιβής που ελάμβανε προ της μεταθέσεως. Προηγούμενη αμοιβή αποτελούμενη από έναν βασικό μισθό και διάφορα επιδόματα. Υπολογισμός του μισθού τον οποίο δικαιούται έγκυος εργαζόμενη κατά τη διάρκεια της προσωρινής μεταθέσεώς της.


[...] 1. Η αίτηση για έκδοση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 11, σημείου 1, της Οδηγίας 92/85/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 19ης Οκτωβρίου 1992, σχετικά με την εφαρμογή μέτρων που αποβλέπουν στη βελτίωση της υγείας και της ασφάλειας κατά την εργασία των εγκύων, λεχώνων και γαλουχουσών εργαζομένων (δέκατη ειδική Οδηγία κατά την έννοια του άρθρου 16 παρ. 1 της Οδηγίας 89/391/ΕΟΚ) (ΕΕ L 348, σελ. 1).

2. Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της S. M. Parviainen, εργαζομένης ως υπεύθυνης πληρώματος αεροσκάφους στη Finnair Oyj (στο εξής: Finnair), αεροπορική εταιρία, και της εταιρίας αυτής ως προς την αμοιβή την οποία ελάμβανε κατόπιν της προσωρινής μεταθέσεώς της, κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης της, σε υπηρεσία εδάφους.

Το νομικό πλαίσιο

[...] Η διαφορά της κύριας δίκης και το προδικαστικό ερώτημα

21. Η ενάγουσα της κύριας δίκης εργάσθηκε στη Finnair ως αεροσυνοδός από τις 8 Απριλίου 1998. Έγινε υπεύθυνη πληρώματος αεροσκάφους τον Οκτώβριο του 2005.

22. Η ενάγουσα της κύριας δίκης κατέστη έγκυος στις αρχές του 2007. Η προβλεπόμενη ημερομηνία τοκετού ήταν η 16η Οκτωβρίου 2007. Λόγω της εγκυμοσύνης της, η ενάγουσα της κύριας δίκης μετατέθηκε προσωρινώς σε υπηρεσία εδάφους, δηλαδή σε εργασία γραφείου, την 30ή Απριλίου 2007. Παρέμεινε στη θέση αυτή έως την 15η Σεπτεμβρίου 2007, οπότε άρχισε η άδειά της μητρότητας.

23. Η μετάθεση αυτή έγινε σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ. 1 και 2 της Οδηγίας 92/85 και τις οικείες διατάξεις του νόμου σχετικά με τις συμβάσεις εργασίας και του νόμου για την ασφάλεια στην εργασία, καθώς και τη συλλογική σύμβαση εργασίας. Από τη δικογραφία προκύπτει ότι η μετάθεση οφειλόταν στο ότι η εργασία της ενάγουσας της κύριας δίκης την εξέθετε σε φυσικούς παράγοντες, όπως οι ιοντίζουσες και οι μη ιοντίζουσες ακτινοβολίες, οι οποίες μπορούν να επιφέρουν οργανικές βλάβες στο έμβρυο.

24. Από την απόφαση παραπομπής προκύπτει ότι, επειδή η ενάγουσα της κύριας δίκης ήταν υπεύθυνη πληρώματος αεροσκάφους, μεγάλο μέρος των συνολικών αποδοχών της αποτελείται από επιδόματα. Τα επιδόματα που καταβάλλονται στους εργαζομένους μπορεί να διαφέρουν σε πολύ μεγάλο βαθμό, αναλόγως του αν ο ενδιαφερόμενος είναι προϊστάμενος, όπως ο υπεύθυνος πληρώματος αεροσκάφους, ή αεροσυνοδός ή φροντιστής. Οι εν λόγω εργαζόμενοι δύνανται να λαμβάνουν διαφορετικά επιδόματα, όπως, μεταξύ άλλων, επίδομα νυκτερινής εργασίας, επίδομα εργασίας την Κυριακή, επίδομα άδειας, επίδομα υπερωριών εάν η εργάσιμη ημέρα υπερβαίνει τις οκτώ ώρες, επίδομα για υπερπόντιες πτήσεις ή ακόμα για πτήσεις που συνεπάγονται αλλαγή ώρας. Εξάλλου, πρόσωπα του ίδιου βαθμού ενδέχεται να εκτελούν πολύ διαφορετικό αριθμό ωρών εργασίας, γεγονός που έχει αντίκτυπο στο ύψος των καταβαλλομένων επιδομάτων.

25. Τα επιδόματα αντιπροσώπευαν περίπου το 40% των συνολικών αποδοχών της ενάγουσας της κύριας δίκης πριν από την προσωρινή της μετάθεση σε υπηρεσία εδάφους. Ο βασικός μηνιαίος μισθός της ανέρχεται σε 1.821,76 ευρώ και οι μηνιαίες αποδοχές της κατά μέσο όρο σε 3.383,04 ευρώ. Μετά τη μετάθεσή της αυτή, οι συνολικές μηνιαίες αποδοχές της ενάγουσας της κύριας δίκης μειώθηκαν κατά 834,56 ευρώ.

26. Κατά την ενάγουσα της κύριας δίκης, η Finnair δεν δικαιούνταν να μειώσει τον μισθό της κατόπιν της προσωρινής μεταθέσεώς της, μεταξύ άλλων, μη λαμβάνοντας υπόψη την ιδιότητά της ως προϊσταμένης. Η μείωση αυτή συνιστά συμπεριφορά δημιουργούσα δυσμενείς διακρίσεις, αντίθετη προς την Οδηγία 92/85 και προς τον νόμο 609/1986. Στην αγωγή που κατέθεσε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, η ενάγουσα της κύριας δίκης ζήτησε την καταβολή, για το επίδικο χρονικό διάστημα, αποδοχών τουλάχιστον ίσων με εκείνες που ελάμβανε ως υπεύθυνη πληρώματος αεροσκάφους.

27. Η Finnair ζήτησε την απόρριψη της αγωγής. Κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης της, η ενάγουσα της κύριας δίκης έλαβε αποδοχές υψηλότερες από εκείνες που καταβάλλονται σε πρόσωπο που εκτελεί υπό κανονικές συνθήκες αντίστοιχη εργασία εδάφους. Εξάλλου, κατά τη δραστηριότητά της, ως υπεύθυνης πληρώματος αεροσκάφους, δεν μπορούσε να αξιώσει ένα ελάχιστο ποσό επιδομάτων. Συγκεκριμένα, το ποσό των επιδομάτων που της καταβάλλονται εξαρτάται πάντοτε από τον αριθμό και το είδος των πραγματοποιούμενων πτήσεων.

28. Εκτιμώντας ότι, έως τώρα, το Δικαστήριο δεν έχει αποφανθεί σχετικά με τη δέουσα ερμηνεία του άρθρου 11 σημείο 1 της Οδηγίας 92/85 και ότι η ερμηνεία της διατάξεως αυτής έχει μεγάλη σημασία για την επίλυση της ενώπιόν του εκκρεμούσας διαφοράς, το Helsingin karajaoikeus (Πρωτοδικείο του Helsinki) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα: «Έχει το άρθρο 11 σημείο 1 της Οδηγίας [92/85] την έννοια ότι εργαζόμενη που μετατίθεται, λόγω της εγκυμοσύνης της, σε άλλη χαμηλότερα αμειβόμενη θέση εργασίας πρέπει να λαμβάνει, βάσει της διατάξεως αυτής, τις ίδιες αποδοχές με εκείνες που ελάμβανε κατά μέσον όρο προ της μεταθέσεώς της; Ασκεί δε συναφώς επιρροή το τι είδους επιδόματα και για ποιους λόγους ελάμβανε τα επιδόματα αυτά η εργαζόμενη επιπλέον του βασικού μηνιαίου μισθού της».

Επί του προδικαστικού ερωτήματος

29. Με το προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί κατ’ ουσία να διευκρινιστεί αν το άρθρο 11 σημείο 1 της Οδηγίας 92/85 έχει την έννοια ότι πρέπει να καταβληθούν σε έγκυο εργαζόμενη, η οποία, κατά το άρθρο 5 παρ. 2 της Οδηγίας αυτής, μετατέθηκε προσωρινώς, λόγω της εγκυμοσύνης της, σε θέση στην οποία εκτελεί άλλα καθήκοντα από τα αυτά που ασκούσε πριν από τη μετάθεση αυτή, αποδοχές ίσες με εκείνες που ελάμβανε κατά μέσο όρο πριν από την εν λόγω μετάθεση. Το αιτούν δικαστήριο ερωτά επίσης αν ασκεί συναφώς επιρροή το είδος των επιδομάτων που καταβάλλονταν στην εν λόγω εργαζόμενη και οι λόγοι καταβολής τους, κατά την άσκηση των προηγούμενων καθηκόντων της.

30. Εισαγωγικώς, υπενθυμίζεται ότι, λόγω του ότι ορισμένες δραστηριότητες μπορούν να ενέχουν ειδικό κίνδυνο εκθέσεως της γυναίκας η οποία εγκυμονεί, έχει γεννήσει ή γαλουχεί σε επικίνδυνους παράγοντες και σε επικίνδυνες μεθόδους ή συνθήκες εργασίας, όπως οι απαριθμούμενοι στο παράρτημα Ι της Οδηγίας 92/85, που ενέχουν κινδύνους για την ασφάλεια ή την υγεία, ο νομοθέτης της Ένωσης, θεσπίζοντας την Οδηγία αυτή, προέβλεψε διαδικασία εκτιμήσεως και γνωστοποιήσεως των κινδύνων, καθώς και την απαγόρευση ασκήσεως ορισμένων δραστηριοτήτων (βλ., συναφώς, απόφαση της 1ης Φεβρουαρίου 2005, C-203/2003, Επιτροπή κατά Αυστρίας, Συλλογή 2005, σελ. I-935, σκέψη 44).

31. Όταν τα αποτελέσματα της κατά το άρθρο 4 της Οδηγίας 92/85 εκτιμήσεως των κινδύνων δείξουν κίνδυνο για την ασφάλεια ή την υγεία, καθώς και αντίκτυπο στην εγκυμοσύνη ή τη γαλουχία της εργαζομένης, το άρθρο 5 παρ. 1 και 2, της Οδηγίας αυτής προβλέπει ότι ο εργοδότης υποχρεούται να προβεί σε προσωρινή προσαρμογή των συνθηκών εργασίας ή/και του χρόνου εργασίας ή, αν η προσαρμογή αυτή είναι τεχνικά ή/και αντικειμενικά αδύνατη ή αν για λόγους δεόντως αιτιολογημένους δεν είναι εύλογο να απαιτηθεί, σε αλλαγή θέσεως εργασίας.

32. Μόνον στην περίπτωση που η αλλαγή αυτή είναι επίσης αδύνατη, το άρθρο 5 παρ. 3 της εν λόγω Οδηγίας προβλέπει ότι η εν λόγω εργαζόμενη απαλλάσσεται από την εργασία, σύμφωνα με τις εθνικές νομοθεσίες ή/και πρακτικές, επί όλο το διάστημα που χρειάζεται για την προστασία της ασφάλειας ή της υγείας της (απόφαση της 19ης Νοεμβρίου 1998, C-66/1996, Hoj Pedersen κ.λπ., Συλλογή 1998, σελ. I-7327, σκέψη 57).

33. Από το άρθρο 11 σημείο 1 της Οδηγίας 92/85 προκύπτει ότι, στις περιπτώσεις των άρθρων 5 έως 7 αυτής, τα δικαιώματα που σχετίζονται με τη σύμβαση εργασίας, περιλαμβανομένης της διατηρήσεως αμοιβής ή/και του ευεργετήματος κατάλληλου επιδόματος των εγκύων, λεχώνων και γαλουχουσών εργαζομένων, πρέπει να εξασφαλίζονται σύμφωνα με τις εθνικές νομοθεσίες ή/και πρακτικές.

34. Υπενθυμίζεται ότι, όσον αφορά τις εργαζόμενες κατά την άδεια μητρότητας, το άρθρο 11 σημείο 2 στοιχείο β΄ της Οδηγίας 92/85 προβλέπει επίσης ότι πρέπει να τους εξασφαλίζεται η «διατήρηση αμοιβής ή/και το ευεργέτημα κατάλληλου επιδόματο»..

35. Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, η έννοια της αμοιβής που χρησιμοποιείται στο άρθρο 11 της Οδηγίας αυτής καλύπτει, όπως και ο ορισμός που δίδεται με το άρθρο 141 παρ. 2 πρώτο εδάφιο ΕΚ τα οφέλη που καταβάλλονται άμεσα ή έμμεσα από τον εργοδότη κατά τη διάρκεια της αδείας μητρότητας λόγω της εργασίας της εργαζόμενης. Αντιθέτως, η έννοια του επιδόματος, που επίσης χρησιμοποιείται στη διάταξη αυτή, περιλαμβάνει κάθε ποσό που εισπράττεται μεν από την εργαζόμενη κατά την άδεια μητρότητας, αλλά δεν της καταβάλλεται από τον εργοδότη της βάσει της εργασιακής σχέσεως. (βλ. απόφαση της 27ης Οκτωβρίου 1998, C-411/1996, Boyle κ.λπ., Συλλογή 1998, σελ. I-6401, σκέψη 31).

36. Όσον αφορά την έννοια του κατάλληλου επιδόματος το οποίο δικαιούνται οι εργαζόμενες κατά την άδεια μητρότητας δυνάμει του άρθρου 11 σημείο 2 στοιχείο β΄ της Οδηγίας 92/85, το Δικαστήριο έκρινε επίσης ότι ο ορισμός του κατάλληλου αυτού επιδόματος του σημείου 3 του ιδίου άρθρου, σκοπεί να διασφαλίσει ότι η εργαζόμενη διαθέτει κατά την άδεια μητρότητας εισόδημα ισοδύναμο τουλάχιστον με το επίδομα που προβλέπεται από τις εθνικές νομοθεσίες περί κοινωνικής ασφαλίσεως σε περίπτωση διακοπής των δραστηριοτήτων της για λόγους υγείας (προπαρατεθείσα απόφαση Boyle κ.λπ., σκέψη 32).

37. Κατά τη νομολογία αυτή, το εισόδημα αυτό πρέπει να διασφαλίζεται στις εργαζόμενες κατά την άδεια μητρότητας, ανεξαρτήτως του αν έχει, σύμφωνα με το άρθρο 11, σημείο 2 στοιχείο β΄ της Οδηγίας 92/85, τη μορφή επιδόματος, αμοιβής ή συνδυασμού των δύο (προπαρατεθείσα απόφαση Boyle κ.λπ., σκέψη 33).

38. Ωστόσο, ακόμα και αν στο άρθρο 11 σημείο 1 της Οδηγίας 92/85 και στα σημεία 2, στοιχείο β΄, και 3 του άρθρου αυτού γίνεται μνεία «[της] διατήρησης αμοιβής ή/και του ευεργετήματος κατάλληλου επιδόματος των εργαζομένων γυναικών [εγκύων, λεχώνων ή γαλουχουσών»., από τους επιδιωκόμενους με την Οδηγία αυτή σκοπούς καθώς και από τη νομολογία του Δικαστηρίου σχετικά με τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, όσον αφορά την είσπραξη εισοδήματος, η κατάσταση των εγκύων εργαζομένων για τις οποίες γίνεται λόγος στο άρθρο 5 της Οδηγίας αυτής και η κατάσταση των γυναικών εργαζομένων κατά την άδεια μητρότητας, την οποία αφορά το άρθρο 8 της Οδηγίας, δεν μπορούν, σε κάθε περίπτωση, να εξομοιωθούν.

39. Πρώτον, οι έγκυοι εργαζόμενες για τις οποίες γίνεται λόγος στο άρθρο 5 παρ. 1 και 2, της Οδηγίας 92/85, των οποίων μεταβλήθηκαν προσωρινώς οι συνθήκες εργασίας ή μετατέθηκαν σε άλλες θέσεις από τον εργοδότη τους, εξακολουθούν να εργάζονται και να παρέχουν την εργασία που τους ζητείται από τον εργοδότη αυτόν.

40. Αντιθέτως, οι εργαζόμενες που τυγχάνουν αδείας μητρότητας την οποία προβλέπει το άρθρο 8 της εν λόγω Οδηγίας τελούν σε ιδιάζουσα κατάσταση επιβάλλουσα την παροχή σ’ αυτές ειδικής προστασίας, η οποία δεν μπορεί όμως να εξομοιωθεί ούτε με αυτήν του άνδρα ούτε με αυτή της γυναίκας που όντως βρίσκονται στη θέση εργασίας τους (βλ. αποφάσεις της 13ης Φεβρουαρίου 1996, C-342/1993, Gillespie κ.λπ., Συλλογή 1996, σελ. I-475, σκέψη 17, καθώς και της 30ής Μαρτίου 2004, C-147/2002, Alabaster, Συλλογή 2004, σελ. I-3101, σκέψη 46).

41. Δεύτερον, από το άρθρο 11, σημείο 3, της Οδηγίας 92/85 προκύπτει ρητώς ότι ο ορισμός της εννοίας του κατάλληλου επιδόματος που περιλαμβάνεται στο άρθρο αυτό έχει εφαρμογή μόνο στο σημείο 2, στοιχείο β΄, του ιδίου άρθρου και, επομένως, μόνον στις εργαζόμενες κατά την άδεια μητρότητας (βλ., συναφώς, προπαρατεθείσα απόφαση Hoj Pedersen κ.λπ., σκέψη 39).

42. Λαμβανομένων υπόψη των προπαρατεθεισών διαφορών μεταξύ των περιπτώσεων τις οποίες αφορά, αφενός, το άρθρο 5 παρ. 1 και 2 της Οδηγίας 92/85 και, αφετέρου, το άρθρο 8 της Οδηγίας αυτής, δεν είναι, επομένως, δυνατόν να μεταφερθεί η νομολογία του Δικαστηρίου σχετικά με τον ορισμό των εννοιών των αποδοχών και του κατάλληλου επιδόματος του άρθρου 11 σημεία 2 στοιχείο β΄ και 3 της Οδηγίας αυτής που αφορά τις εργαζόμενες κατά την άδεια μητρότητας, στο δικαίωμα επί των αποδοχών των εργαζομένων οι οποίες, κατά την εγκυμοσύνη τους, υπέστησαν μεταβολή των συνθηκών εργασίας τους ή προσωρινή αλλαγή της θέσεως εργασίας δυνάμει του εν λόγω άρθρου 5 παρ. 1 και 2.

43. Συγκεκριμένα, η μεταφορά της νομολογίας του Δικαστηρίου σχετικά με την άδεια μητρότητας σε εργαζόμενες εμπίπτουσες στις περιπτώσεις για τις οποίες γίνεται λόγος στο άρθρο 5 παρ. 1 και 2 της Οδηγίας 92/85 μπορεί να καταλήξει σε μη εύλογη κατάσταση όπου οι αποδοχές εργαζομένης, όπως της ενάγουσας της κύριας δίκης, η οποία μετατίθεται προσωρινώς, λόγω της εγκυμοσύνης της, σε άλλη θέση από εκείνη στην οποία ασκούσε τα καθήκοντά της πριν από τη μετάθεση αυτή, είναι δυνατόν να μειωθούν, κατά τη διάρκεια της εν λόγω προσωρινής μεταθέσεως, σε ποσό ισοδύναμο με το ποσό του επιδόματος που προβλέπουν οι εθνικές νομοθεσίες περί κοινωνικής ασφαλίσεως σε περίπτωση διακοπής των δραστηριοτήτων της για λόγους υγείας.

44. Ωστόσο, η μείωση αυτή των αποδοχών εργαζομένης η οποία εξακολουθεί πράγματι να εργάζεται δεν αντίκειται μόνον στον επιδιωκόμενο με την Οδηγία 92/85 σκοπό της προστασίας της ασφάλειας και της υγείας των εγκύων εργαζομένων, αλλά θίγει επίσης, αντιθέτως προς όσα προβλέπει η ένατη αιτιολογική σκέψη της, τις διατάξεις του δικαίου της Ένωσης σε θέματα ίσης μεταχειρίσεως ανδρών και γυναικών εργαζομένων.

45. Στην υπόθεση της κύριας δίκης, η Finnair και η Φινλανδική Κυβέρνηση υποστηρίζουν ότι, δυνάμει του άρθρου 11 σημείο 1 της Οδηγίας 92/85, ο καθορισμός του ποσού του εισοδήματος που πρέπει να εισπράττει εργαζόμενη, η οποία έχει μετατεθεί προσωρινώς σε άλλη θέση λόγω της εγκυμοσύνης της, απόκειται στη διακριτική ευχέρεια των κρατών μελών. Κατά την Κυβέρνηση αυτή, το επίπεδο της αμοιβής πρέπει να είναι τέτοιο ώστε να μην απειλείται ο σκοπός της προστασίας της ασφάλειας και της υγείας της εγκύου εργαζομένης, τον οποίο επιδιώκει η εν λόγω Οδηγία.

46. Αντιθέτως, η ενάγουσα της κύριας δίκης και η Επιτροπή της Ευρωπαϊκής Ένωσης διατείνονται ότι έγκυος εργαζόμενη η οποία βρίσκεται σε κατάσταση όπως αυτή της ενάγουσας πρέπει a priori, κατά τη διάρκεια της προσωρινής μεταθέσεώς της, να δύναται να διατηρήσει το σύνολο του μισθού της.

47. Η Ιταλική Κυβέρνηση διαπιστώνει ότι, κατά το εθνικό της δίκαιο, έγκυος εργαζόμενη στην οποία ανατίθενται καθήκοντα αντιστοιχούντα σε κατώτερο ιεραρχικό επίπεδο από το επίπεδο των συνήθων καθηκόντων της, διατηρεί τις αποδοχές που αντιστοιχούν στα προηγουμένως ασκούμενα καθήκοντα. Πάντως, όσον αφορά τις αποζημιώσεις και τα επιδόματα που προστίθενται στον βασικό μισθό, πρέπει να γίνει διάκριση μεταξύ, αφενός, αυτών που καταβάλλονται λαμβανομένων υπόψη των εγγενών επαγγελματικών ιδιοτήτων της οικείας εργαζομένης, που δεν μπορούν να εξαλειφθούν ή μειωθούν από τον εργοδότη σε περίπτωση προσωρινής μεταθέσεως της εργαζομένης αυτής προς προστασία της υγείας της, και, αφετέρου, αυτών που καταβάλλονται λόγω των ιδιαιτέρων λεπτομερειών της παροχής εργασίας, που χορηγούνται μόνον προς αντιστάθμιση των ιδιαιτέρων δυσχερειών που αντιμετωπίζει η εργαζόμενη και δύνανται να εξαλειφθούν εάν δεν συντρέχουν οι ιδιαίτερες συνθήκες που δικαιολογούν την καταβολή τους.

48. Υπενθυμίζεται συναφώς ότι, κατά τη διάρκεια της περιόδου όπου προέκυψε η διαφορά της οποίας επιλήφθηκε το αιτούν δικαστήριο, η ενάγουσα της κύριας δίκης εξακολούθησε να εργάζεται και να παρέχει την εργασία που της είχε αναθέσει ο εργοδότης της. Εξάλλου, η προσωρινή μετάθεση δεν επήλθε κατόπιν αιτήσεως της ενδιαφερόμενης, αλλά κατ’ εφαρμογή των σχετικών διατάξεων του εσωτερικού φινλανδικού δικαίου και του άρθρου 5 παρ. 2 της Οδηγίας 92/85 και είχε σκοπό την αποφυγή κάθε κινδύνου για την ασφάλεια ή την υγεία της ενδιαφερομένης ή του τέκνου της.

49. Συνεπώς, από εξέταση του γράμματος του άρθρου 11 σημείο 1 της Οδηγίας 92/85 καθώς και του σκοπού της προστασίας των εγκύων, λεχώνων ή γαλουχουσών εργαζομένων, τον οποίο επιδιώκει η Οδηγία αυτή, προκύπτει ότι, αντιθέτως προς όσα υποστηρίζουν η Επιτροπή και η ενάγουσα της κύριας δίκης, έγκυος εργαζόμενη όπως η ενάγουσα, η οποία μετατίθεται προσωρινώς σε άλλη θέση, της οποίας οι αποδοχές πριν από τη μετάθεση αυτή αποτελούνταν από ένα βασικό μισθό και διάφορα επιδόματα, η χορήγηση των οποίων εξαρτάται, για ορισμένα εξ αυτών, από την άσκηση συγκεκριμένων καθηκόντων, δεν μπορεί, βάσει της διατάξεως αυτής, να αξιώνει τη διατήρηση του συνόλου των αποδοχών που ελάμβανε πριν από την προσωρινή αυτή μετάθεση.

50. Κατ’ αρχάς, μολονότι το ποσό το οποίο, βάσει της εργασιακής σχέσεως, καταβάλλει ο εργοδότης σε έγκυο εργαζόμενη, για την οποία γίνεται λόγος στο άρθρο 5 παρ. 1 και 2 της Οδηγίας 92/85, η οποία εξακολουθεί πράγματι να εργάζεται, συνιστά αμοιβή κατά την έννοια του άρθρου 141 ΕΚ, εντούτοις το άρθρο 11 σημείο 1 της Οδηγίας αυτής, στην πλειονότητα των υφισταμένων κατά την ημερομηνία εκδόσεώς της γλωσσικών αποδόσεων, αφορά τη διατήρηση «αμοιβή». και όχι «τη». αμοιβής της εν λόγω εργαζόμενης.

51. Επιπλέον, το άρθρο 11 σημείο 4 της εν λόγω Οδηγίας προβλέπει ότι τα κράτη μέλη έχουν τη δυνατότητα να εξαρτούν το δικαίωμα αμοιβής ή επιδόματος του σημείου 1 του ιδίου άρθρου από την προϋπόθεση ότι η εν λόγω εργαζόμενη πληροί τους προβλεπόμενους από τις εθνικές νομοθεσίες όρους προσβάσεως σ’ αυτά τα ευεργετήματα.

52. Στη συνέχεια, το Δικαστήριο επισήμανε ότι τα πραγματικά στοιχεία που αφορούν τη φύση των παρεχομένων υπηρεσιών και τους όρους υπό τους οποίους παρέχονται οι υπηρεσίες αυτές μπορούν, ενδεχομένως, να θεωρηθούν ως αντικειμενικοί παράγοντες που είναι ξένοι προς οποιαδήποτε διάκριση λόγω φύλου και μπορούν να δικαιολογήσουν τις ενδεχομένως υφιστάμενες διαφορές ως προς την αμοιβή μεταξύ διαφόρων ομάδων εργαζομένων (βλ., συναφώς, στο πλαίσιο του άρθρου 141 ΕΚ, απόφαση της 30ής Μαρτίου 2000, C-236/1998, JamO, Συλλογή 2000, σελ. I-2189, σκέψη 52).

53. Ωστόσο, εν προκειμένω, συνομολογείται ότι η καταβολή ορισμένων επιδομάτων τα οποία δικαιούνταν η ενάγουσα της κύριας δίκης, πριν από την προσωρινή της μετάθεση, εξαρτώνταν από την άσκηση συγκεκριμένων καθηκόντων υπό ιδιαίτερες συνθήκες και, κατά τη διάρκεια της προσωρινής μεταθέσεώς της σε άλλη θέση, δεν άσκησε τέτοιου είδους καθήκοντα.

54. Τέλος, το άρθρο 11 σημείο 1 της Οδηγίας 92/85 παραπέμπει ρητώς στις εθνικές νομοθεσίες ή/και πρακτικές.

55. Επομένως, η διάταξη αυτή παρέχει στα κράτη μέλη και, ενδεχομένως, στους κοινωνικούς εταίρους, ορισμένο περιθώριο εκτιμήσεως όταν καθορίζουν τις προϋποθέσεις ασκήσεως και εφαρμογής του δικαιώματος αμοιβής των εγκύων εργαζομένων για τις οποίες γίνεται λόγος στο άρθρο 5 παρ. 2 της Οδηγίας 92/85. Συνεπώς, στα κράτη μέλη απόκειται να καθορίσουν τις λεπτομέρειες εφαρμογής του εν λόγω δικαιώματος χωρίς, ωστόσο, να δύνανται να εξαρτούν από οποιαδήποτε προϋπόθεση τη δημιουργία του δικαιώματος αυτού, το οποίο απορρέει άμεσα από την εν λόγω Οδηγία και την εργασιακή σχέση μεταξύ της εγκύου εργαζομένης και του εργοδότη της (βλ., κατ’ αναλογία, απόφαση της 26ης Ιουνίου 2001, C-173/1999, BECTU, Συλλογή 2001, σελ. I-4881, σκέψη 53).

56. Η άσκηση από τα κράτη μέλη και, ενδεχομένως, από τους κοινωνικούς εταίρους, του περιθωρίου αυτού εκτιμήσεως κατά τον καθορισμό της αμοιβής που δικαιούται έγκυος εργαζόμενη, η οποία έχει μετατεθεί προσωρινώς σε άλλη θέση εργασίας κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης της και λόγω της εγκυμοσύνης της, δεν μπορεί, αφενός, να θίγει τον επιδιωκόμενο με την Οδηγία 92/85 σκοπό της προστασίας της ασφάλειας και της υγείας των εγκύων εργαζομένων, ούτε, αφετέρου, να αγνοεί ότι η εν λόγω εργαζόμενη εξακολουθεί πράγματι να εργάζεται και να παρέχει την εργασία που της έχει αναθέσει ο εργοδότης της.

57. Συγκεκριμένα, όπως προκύπτει από τη δέκατη έκτη αιτιολογική σκέψη της Οδηγίας 92/85, τα μέτρα οργανώσεως της εργασίας που αποβλέπουν στην προστασία της υγείας των εγκύων, λεχώνων ή γαλουχουσών εργαζομένων δεν θα έχουν πρόσφορα αποτελέσματα εάν δεν συνδυάζονται με τη διατήρηση δικαιωμάτων σχετιζομένων με τη σύμβαση εργασίας, συμπεριλαμβανομένης της διατηρήσεως αμοιβής ή/και του ευεργετήματος κατάλληλου επιδόματος.

58. Το επίδομα που πρέπει να διατηρείται για την έγκυο εργαζόμενη, κατά το άρθρο 11 σημείο 1 της Οδηγίας 92/85, κατόπιν της προσωρινής μεταθέσεώς της σε άλλη θέση από αυτήν που κατείχε πριν από την εγκυμοσύνη της δεν μπορεί, εν πάση περιπτώσει, να είναι χαμηλότερο από αυτό που καταβάλλεται στους εργαζόμενους οι οποίοι κατέχουν τη θέση εργασίας στην οποία η εν λόγω εργαζόμενη μετατέθηκε προσωρινώς. Συγκεκριμένα, κατά τη διάρκεια της προσωρινής αυτής μεταθέσεως, η έγκυος εργαζόμενη δικαιούται επίσης της αμοιβής και των επιδομάτων που συνδέονται με την εν λόγω θέση εργασίας, υπό την προϋπόθεση ότι πληροί τις προϋποθέσεις προσβάσεως στα δικαιώματα αυτά, κατά το άρθρο 11 σημείο 4 της εν λόγω Οδηγίας.

59. Εξάλλου, όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας στις παρ. 69 και 70 των προτάσεών του, καθορίζοντας τα στοιχεία της αμοιβής της εργαζομένης αυτής τα οποία πρέπει να διατηρούνται κατά τη διάρκεια της προσωρινής μεταθέσεως κατά το άρθρο 11 σημείο 1 της εν λόγω Οδηγίας, τα κράτη μέλη και, ενδεχομένως, οι κοινωνικοί εταίροι δεσμεύονται από τη φύση των διαφόρων επιδομάτων που καταβάλλει ο εργοδότης και τα οποία μπορούν, σε ορισμένες περιπτώσεις, όπως αυτή της κύριας δίκης, να συνιστούν σημαντικό μέρος της συνολικής αμοιβής της εν λόγω εγκύου εργαζομένης.

60. Επομένως, έγκυος εργαζόμενη, μετατεθείσα προσωρινώς σε άλλη θέση, δυνάμει του άρθρου 5 παρ. 2 της Οδηγίας 92/85, διατηρεί, κατά τη μετάθεση αυτή, πέραν του σχετικού με τη σύμβαση ή τη σχέση εργασίας της βασικού μισθού, το δικαίωμα αμοιβής ή επιδομάτων που συνδέονται με την επαγγελματική της ιδιότητα όπως, μεταξύ άλλων, των επιδομάτων που έχουν σχέση με την ιδιότητά της ως προϊσταμένης, την αρχαιότητά της και τα επαγγελματικά της προσόντα.

61. Αντιθέτως, τα κράτη μέλη και, ενδεχομένως, οι κοινωνικοί εταίροι δεν υποχρεούνται, δυνάμει του άρθρου 11 σημείο 1 της Οδηγίας 92/85, να διατηρούν, κατά την προσωρινή αυτή μετάθεση, τα στοιχεία της αμοιβής ή των επιδομάτων τα οποία, όπως προκύπτει από τη σκέψη 53 της παρούσας αποφάσεως, εξαρτώνται από την άσκηση, εκ μέρους της εν λόγω εργαζομένης, συγκεκριμένων καθηκόντων υπό ιδιαίτερες συνθήκες και αποσκοπούν, κατ’ ουσία, στην αντιστάθμιση των συναφών με την άσκηση των καθηκόντων αυτών δυσχερειών.

62. Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι, κατόπιν της προσωρινής μεταθέσεώς της σε άλλη θέση από αυτήν που κατείχε πριν από την εγκυμοσύνη της, κατά το άρθρο 5 παρ. 2 της Οδηγίας 92/85, έγκυος εργαζόμενη δεν δικαιούται, δυνάμει του άρθρου 11 σημείο 1 της Οδηγίας αυτής, της αμοιβής που ελάμβανε κατά μέσο όρο πριν από τη μετάθεση αυτή.

63. Υπενθυμίζεται ωστόσο ότι το άρθρο 11 σημείο 1 της Οδηγίας 92/85 προβλέπει μόνον ελάχιστη προστασία ως προς το δικαίωμα εισοδήματος των εγκύων εργαζομένων για τις οποίες γίνεται λόγος στο άρθρο 5 της Οδηγίας αυτής. Καμία διάταξη της Οδηγίας δεν εμποδίζει τα κράτη μέλη ή, ενδεχομένως, τους κοινωνικούς εταίρους, να προβλέπουν τη διατήρηση όλων των στοιχείων της αμοιβής και όλων των επιδομάτων που δικαιούνταν η έγκυος εργαζόμενη πριν από την εγκυμοσύνη της και την προσωρινή μετάθεσή της σε άλλη θέση εργασίας.

64. Συγκεκριμένα, η Οδηγία 92/85 , η οποία εκδόθηκε κατά το άρθρο 118 A της Συνθήκης ΕΚ (τα άρθρα 117 έως 120 της Συνθήκης ΕΚ αντικαταστάθηκαν με τα άρθρα 136 ΕΚ έως 143 ΕΚ), δεν απαγορεύει σε ένα κράτος μέλος, όπως προκύπτει από το άρθρο 137 παρ. 4, ΕΚ, να διατηρήσει ή να λάβει αυστηρότερα μέτρα προστασίας, υπό την προϋπόθεση ότι συνάδουν προς τις διατάξεις της Συνθήκης αυτής (βλ., συναφώς, απόφαση της 4ης Οκτωβρίου 2001, C-438/1999, Jimenez Melgar, Συλλογή 2001, σελ. I-6915, σκέψη 37).

65. Στην υπόθεση της κύριας δίκης, από τις σκέψεις 19 και 20 της παρούσας αποφάσεως, προκύπτει ότι, σύμφωνα με τη συλλογική σύμβαση εργασίας και την απόφαση της 20ής Ιουνίου 1989, σε έγκυο αεροσυνοδό, κατόπιν της μεταθέσεώς της σε υπηρεσία εδάφους λόγω της εγκυμοσύνης της, καταβάλλεται μισθός ίσος με την αμοιβή που ελάμβανε για τις ετήσιες άδειες μετ’ αποδοχών.

66. Η αμοιβή που καταβάλλει η Finnair σε έγκυο εργαζόμενη κατά τη διάρκεια της προσωρινής μεταθέσεώς της αποτελείται από τον μηνιαίο βασικό μισθό της και το αποκαλούμενο «lisapaivapalkk». επίδομα. Όπως προκύπτει από τη σκέψη 20 της παρούσας αποφάσεως, το επίδομα αυτό υπολογίζεται σε δύο στάδια. Πρώτον, υπολογίζεται ο μέσος όρος των επιδομάτων που λαμβάνει αεροσυνοδός ή φροντιστής κατά τη διάρκεια μιας δεδομένης περιόδου αναφοράς. Πρόκειται για προσωπικό επίδομα, αποκαλούμενο «lisapaivapalkk»., καταβαλλόμενο στον ενδιαφερόμενο κατά την περίοδο αυτή. Δεύτερον, υπολογίζεται η μέση αξία των προσωπικών επιδομάτων όλων των αεροσυνοδών και φροντιστών που ανήκουν στην ίδια μισθολογική κλίμακα.

67. Παρατηρείται ότι, λόγω του ότι η καταβαλλόμενη στις εγκύους εργαζόμενες αμοιβή, κατόπιν της προσωρινής μεταθέσεώς τους σε άλλη θέση από αυτήν που κατείχαν προηγουμένως, υπολογίζεται με βάση τη μέση αξία, κατά τη διάρκεια δεδομένης περιόδου αναφοράς, των επιδομάτων που λαμβάνουν όλες οι αεροσυνοδοί και όλοι οι φροντιστές που ανήκουν στην ίδια μισθολογική κλίμακα, το εν λόγω σύστημα αμοιβής μπορεί να καταλήξει είτε σε μείωση είτε σε αύξηση του εισοδήματος που λαμβάνει η έγκυος εργαζόμενη σε σχέση με αυτό που ελάμβανε κατά τη δεδομένη περίοδο αναφοράς. Ωστόσο, όπως προκύπτει από την απόφαση περί παραπομπής, το ιπτάμενο προσωπικό μπορεί να λαμβάνει πλέον των δέκα διαφορετικών επιδομάτων, η δε καταβολή τους συνδέεται με τις ιδιαίτερες λεπτομέρειες των παρεχομένων υπηρεσιών. Υπό τις συνθήκες αυτές, δύναται να ποικίλλει σημαντικώς το ποσό και τα είδη των επιδομάτων που έλαβαν οι αεροσυνοδοί και οι φροντιστές της ίδιας μισθολογικής κλίμακας, κατά τη διάρκεια της εν λόγω περιόδου αναφοράς.

68. Η επιλογή από κράτος μέλος ή, ενδεχομένως, από τους κοινωνικούς εταίρους, ενός συστήματος αμοιβής κατά το οποίο το εισόδημα των εγκύων εργαζομένων, κατόπιν προσωρινής μεταθέσεως, αποτελείται από τον εν λόγω βασικό μηνιαίο μισθό και τη μέση αξία των επιδομάτων που έλαβε το ιπτάμενο προσωπικό κατά τη διάρκεια περιόδου αναφοράς δεν μπορεί, κατ’ αρχήν, να θεωρηθεί ότι αντίκειται προς το άρθρο 11 σημείο 1 της Οδηγίας 92/85.

69. Πάντως, καθόσον το σύστημα αυτό αμοιβής δεν λαμβάνει υπόψη, κατά τον υπολογισμό των μηνιαίων αποδοχών που πρέπει να καταβληθούν στις έγκυες αεροσυνοδούς που έτυχαν προσωρινής μεταθέσεως, κατά το άρθρο 5 παρ. 2 της Οδηγίας 92/85, τα στοιχεία της αμοιβής ή των επιδομάτων που συνδέονται με την επαγγελματική ιδιότητα της εγκύου εργαζομένης -ιδιότητα ουδόλως διακυβευόμενη από την εν λόγω προσωρινή μετάθεση- όπως τα επιδόματα που έχουν σχέση με την ιδιότητα της ενδιαφερομένης ως προϊσταμένης, με την αρχαιότητά της και τα επαγγελματικά της προσόντα, το εν λόγω σύστημα δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι συνάδει με τις απαιτήσεις του άρθρου 11 σημείο 1 της Οδηγίας 92/85.

70. Ωστόσο, όπως προκύπτει από τη σκέψη 56 της παρούσας αποφάσεως, αν, κατά το άρθρο 11 σημείο 1 της Οδηγίας 92/85, απόκειται στα κράτη μέλη ο καθορισμός των λεπτομερειών του υπολογισμού της αμοιβής που δικαιούται έγκυος εργαζόμενη για την οποία γίνεται λόγος στο άρθρο 5 παρ. 2 της ίδιας Οδηγίας, τα κράτη μέλη δεν πρέπει να καθορίζουν λεπτομέρειες εφαρμογής της αμοιβής μη συνάδουσες με τον σκοπό της προστασίας της ασφάλειας και της υγείας των εγκύων εργαζομένων, τον οποίο επιδιώκει η Οδηγία. Κατά τον καθορισμό δε της εν λόγω αμοιβής, πρέπει να λαμβάνουν υπόψη ότι η εν λόγω εργαζόμενη εξακολουθεί πράγματι να εργάζεται.

71. Εν προκειμένω, καθώς διατείνεται η ενάγουσα της κύριας δίκης, ενώ το αποκαλούμενο «lisapaivapalkk». προσωπικό της επίδομα ανέρχεται σε 74,35 ευρώ ημερησίως κατά τη διάρκεια της περιόδου αναφοράς, η μέση αξία του ιδίου επιδόματος που καταβάλλεται σε όλες τις αεροσυνοδούς και όλους τους φροντιστές της ίδιας μισθολογικής κλίμακας ήταν, για την ίδια περίοδο, 39,74 ευρώ ημερησίως. Κατόπιν της προσωρινής μεταθέσεως της ενδιαφερομένης σε υπηρεσία εδάφους, το σύνολο των μηνιαίων αποδοχών της μειώθηκε κατά 834,56 ευρώ σε σχέση με τις αποδοχές που ελάμβανε πριν από την προσωρινή αυτή μετάθεση.

72. Στο αιτούν δικαστήριο απόκειται να εξακριβώσει αν, δυνάμει της μεθόδου υπολογισμού της προβλεπόμενης με τη συλλογική σύμβαση εργασίας ή/και την απόφαση της 20ής Ιουνίου 1989 αμοιβής, όσον αφορά τις αεροσυνοδούς κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, η ενάγουσα της κύριας δίκης στερήθηκε, λόγω της προσωρινής μεταθέσεώς της σε άλλη θέση εργασίας από αυτήν που κατείχε υπό συνήθεις συνθήκες, των στοιχείων της αμοιβής ή των επιδομάτων που συνδέονται με την επαγγελματική της ιδιότητα. Αν πρόκειται περί αυτού, το σύστημα αποδοχών που προβλέπει τη μείωση αυτή της αμοιβής της κατά τη διάρκεια της εν λόγω προσωρινής μεταθέσεως, δυνάμει του άρθρου 5 παρ. 2 της Οδηγίας 92/85, πρέπει να θεωρηθεί ότι αντίκειται στις διατάξεις του άρθρου 11 σημείο 1 της Οδηγίας αυτής.

73. Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, στο υποβληθέν ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 11 σημείο 1 της Οδηγίας 92/85 έχει την έννοια ότι έγκυος εργαζόμενη η οποία, κατά το άρθρο 5 παρ. 2, μετατέθηκε προσωρινώς, λόγω της εγκυμοσύνης της, σε θέση στην οποία εκτελεί άλλα καθήκοντα από τα προηγούμενα καθήκοντά της, δεν δικαιούται της αμοιβής που ελάμβανε κατά μέσο όρο πριν από τη μετάθεση αυτή. Πέραν της διατηρήσεως του βασικού μισθού της, η εν λόγω εργαζόμενη δικαιούται, δυνάμει του άρθρου 11 σημείο 1 των στοιχείων της αμοιβής ή των επιδομάτων που συνδέονται με την ιδιότητά της ως προϊσταμένης, την αρχαιότητά της και τα επαγγελματικά της προσόντα. Μολονότι το άρθρο 11 σημείο 1 της Οδηγίας 92/85 δεν απαγορεύει τη χρήση μεθόδου υπολογισμού της αμοιβής που πρέπει να καταβληθεί στην εν λόγω εργαζόμενη, με βάση τη μέση αξία των επιδομάτων που έχουν σχέση με τις συνθήκες εργασίας όλου του ιπτάμενου προσωπικού της ίδιας μισθολογικής κλίμακας κατά τη διάρκεια μιας δεδομένης περιόδου αναφοράς, ο μη συνυπολογισμός των εν λόγω στοιχείων της αμοιβής ή των εν λόγω επιδομάτων πρέπει να θεωρηθεί ότι αντίκειται στο άρθρο 11 σημείο 1 της Οδηγίας αυτής.

Επί των δικαστικών εξόδων [...]

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (τρίτο τμήμα) αποφαίνεται:

Το άρθρο 11 σημείο 1 της Οδηγίας 92/85/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 19ης Οκτωβρίου 1992, σχετικά με την εφαρμογή μέτρων που αποβλέπουν στη βελτίωση της υγείας και της ασφάλειας κατά την εργασία των εγκύων, λεχώνων και γαλουχουσών εργαζομένων (δέκατη ειδική Οδηγία κατά την έννοια του άρθρου 16 παρ. 1 της Οδηγίας 89/391/ΕΟΚ), έχει την έννοια ότι έγκυος εργαζόμενη η οποία, κατά το άρθρο 5 παρ. 2, μετατέθηκε προσωρινώς, λόγω της εγκυμοσύνης της, σε θέση στην οποία εκτελεί άλλα καθήκοντα από τα προηγούμενα καθήκοντά της δεν δικαιούται της αμοιβής που ελάμβανε κατά μέσο όρο πριν από τη μετάθεση αυτή. Πέραν της διατηρήσεως του βασικού μισθού της, η εν λόγω εργαζόμενη δικαιούται, δυνάμει του άρθρου 11 σημείο 1 των στοιχείων της αμοιβής ή των επιδομάτων που συνδέονται με την ιδιότητά της ως προϊσταμένης, την αρχαιότητά της και τα επαγγελματικά της προσόντα. Μολονότι το άρθρο 11 σημείο 1 της Οδηγίας 92/85 δεν απαγορεύει τη χρήση μεθόδου υπολογισμού της αμοιβής που πρέπει να καταβληθεί στην εν λόγω εργαζόμενη, με βάση τη μέση αξία των επιδομάτων που έχουν σχέση με τις συνθήκες εργασίας όλου του ιπτάμενου προσωπικού της ίδιας μισθολογικής κλίμακας κατά τη διάρκεια μιας δεδομένης περιόδου αναφοράς, ο μη συνυπολογισμός των εν λόγω στοιχείων της αμοιβής ή των εν λόγω επιδομάτων πρέπει να θεωρηθεί ότι αντίκειται στο άρθρο 11 σημείο 1 της Οδηγίας αυτής.